προσπάθεια

προσπάθεια
η
1) усилие, старание;

καταβάλλω ( — или κάνω) προσπάθεια' — стараться, прилагать усилия;

με κοινές προσπάθειαες — общими усилиями;

2) стремление, попытка;

απεγνωσμένη προσπάθεια — отчаянная попытка;

όλες οι προσπάθειαες απέτυχαν — все попытки провалились


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προσπάθεια" в других словарях:

  • προσπαθείᾳ — προσπαθείᾱͅ , προσπάθεια passionate attachment fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπάθεια — passionate attachment fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπάθεια — η, ΝΜΑ, και προσπαθία Α [προσπαθής] νεοελλ. 1. η πνευματική ή η σωματική ενέργεια που συνοδεύεται από ζήλο και έντονη δραστηριότητα, η ταυτόχρονη ένταση τών σωματικών και πνευματικών δυνάμεων για την επίτευξη ενός σκοπού («καταβάλλει μεγάλη… …   Dictionary of Greek

  • προσπάθεια — η 1. καταβολή έντονης πνευματικής και σωματικής δύναμης για κάποιο σκοπό: Κάθε προσπάθειά μου μια καταδίκη είναι γραφτή (Καβάφης). 2. απόπειρα, δοκιμή: Θα κάνω μια προσπάθεια ακόμα να τον πείσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • προσπαθείας — προσπαθείᾱς , προσπάθεια passionate attachment fem acc pl προσπαθείᾱς , προσπάθεια passionate attachment fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπαθειῶν — προσπάθεια passionate attachment fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπαθείαις — προσπάθεια passionate attachment fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπάθειαι — προσπάθεια passionate attachment fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσπάθειαν — προσπάθεια passionate attachment fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»